Τα Στοιχειωμένα Κονσερβοκούτια

 

 

 

ίναι μέρες χειμωνιάτικες όταν σηκώνεται δυνατός άνεμος στην πολιτεία. Νοτιάς έρχεται από τη Μαύρη Θάλασσα, αέρας χλιαρός μα πονηρός, που τρέχει μέσα στα σοκάκια. Αναπηδάει στους τοίχους και παίζει παιχνίδια με τα μυαλά και τις αντοχές των ανθρώπων. Κοίτα τους: Έχουν κλειστεί σαν τα κουταβάκια στο σπιτάκι τους.

Παίρνει φόρα ο Νοτιάς και χτυπιέται στους τοίχους σα ρεμάλι, κάνει τραμπάλα στα σχοινιά με τα απλωμένα ασπρόρουχα, κρεμιέται από τους φανοστάτες και κάνει κούνια με τις λάμπες στους στύλους, χτυπάει πόρτες και παραθυρόφυλλα όπως τα αλητόπαιδα που κάνουν πλάκα, παρασύρει τις γλάστρες, χαλάει τις ξεχασμένες φωλιές των χελιδονιών και πάνω στη μεγάλη του χαρά, πάει στη μέση της πλατείας και φτιάχνει μικρούς ανεμοστρόβιλους από πλαστικές σακούλες και κουρελιασμένες εφημερίδες. Το διασκεδάζει ο Νοτιάς χορεύοντας τον κυκλικό χορό του γύρω – γύρω – γύρω, δίχως ποτέ να ζαλίζεται. Κανείς δεν τα βάζει μαζί του. Του αρέσει να τρομάζει τους ανθρώπους. Φου! Φου! Φου! Όλο το βράδυ φυσά και σφυρίζει και τραγουδάει τα αόρατα λόγια του, μόνος του στην έρημη πολιτεία. Οι άντρες, μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι, στήνουν τα αυτιά τους στους θορύβους έξω από σπίτι και κοιτάζονται μεταξύ τους, σιωπηλοί. Οι γυναίκες προσπαθούν να νανουρίσουν τα μικρά παιδιά που θα έχουν ύπνο ανήσυχο από τα ανεμοφουσκωμένα όνειρα.

          Μα πιο πολύ ο Άρχοντας Νοτιάς, φίλε μου και άξιε αντικρινέ μου, ξέρεις σε τι βρίσκει μεγάλη και δαιμονική χαρά; Στο να ξεσηκώνει τη θάλασσα. Παίρνει φόρα και τη σπρώχνει και ανεβάζει κύματα βουνά από μέσα της. Εκείνη, λυπημένη, θέλει δε θέλει υπακούει. Χάνει το μπλε της χρώμα, γίνεται μολυβιά και γκρίζα, αφρισμένη και λυπητερή. Ο Νοτιάς παίρνει το νερό της, το ξεσηκώνει και το ρίχνει με δύναμη πάνω στο λιμάνι, κύματα πελώρια. Οι κακόμοιροι οι ψαράδες που έχουν αφήσει τα ξύλινα τελάρα τους στοιβαγμένα όμορφα και ωραία στις προβλήτες, κουνούν με στεναχώρια το κεφάλι σαν ακούν από μακριά τον αέρα να λυσσομανά. Γιατί ο κυρ-Νοτιάς θα ρίξει κύματα πάνω στα τελάρα και θα τα σκορπίσει από δω κι από κει, μέσα στη θάλασσα! Και πού θα βάζουν τα ψάρια οι ψαράδες; Να ήταν μόνο αυτό, εντάξει. Τελάρα, ξαναφτιάχνουμε.

Όχι εγώ δηλαδή, να, οι ψαράδες. Όπως ξέρεις, εγώ δεν ασχολούμαι με χειρωνακτικές εργασίες. Είμαι άνθρωπος του πνεύματος», είπε ο Παππουλάνθρωπος και καθάρισε τη μύτη του πάνω στο μανίκι της φορεσιάς του.

 

«Ο Νότιαδος, όμως, έχει χειρότερα σχέδια», συνέχισε. «Μερικές φορές, θυμώνει τόσο πολύ, που βγάζει τα καΐκια στη στεριά. Έχω δει με τα μάτια μου, Αυλητή, ένα καΐκι να έχει μπει μέσα σε ένα καφενείο στην παραλία. Ο Νοτιάς είχε βάλει τα δυνατά του και με ένα κύμα γερό, το έστειλε μέσα στην κουζίνα! Γελούσε σα χαζός με το κατόρθωμά του. Τον άκουσα με τα ίδια μου τα τριχωτά αυτιά να σφυρίζει και να λέει “Έι καΐκάκι, μαγείρεψέ μου γιουβαρλάκια τώρα που βρέθηκες να κάνεις τον μάγειρα!”»
         

          «Μα τι λες τώρα, Παππουλάνθρωπε», είπε ο Αυλητής. «Πρέπει να σοβαρευτούμε! Το ξόρκι μας δε σηκώνει αστεία».

          «Σου το ορκίζομαι στα αποφάγια που έχω μέσα στο ταγάρι μου!»

«Αποφάγια, αγαπητέ;», απόρησε ελαφρώς αηδιασμένος ο Αυλητής.
          «Ναι, θέλεις να δεις; Έχω κάθε λογιώ φαγητά ξεχασμένα εδώ μέσα... για μια δύσκολη ώρα», είπε ο Παππουλάνθρωπος και πήγε να ανοίξει το ταγάρι του. Ο Αυλητής έγειρε προς τα πίσω.

          «Σε πιστεύω, σε πιστεύω, σεβάσμιε παραμυθά! Συνέχισε παρακαλώ!»

«Και εξάλλου, ποιος είπε, αγαπητέ, πως η μαγεία δεν έχει και λίγο πλάκα; Τέλος πάντων, είσαι νεότερος και θα μάθεις με τον καιρό...»

 


          «Λοιπόν, ο κυρ-Νοτιάς που λέγαμε, φοβάται μόνο ένα πράγμα. Το θόρυβο από τενεκέδες. Παλιά οι άνθρωποι, για να τον διώξουν από την πολιτεία, έβγαιναν με τενεκέδες, κατσαρόλες και μαρμίτες και σουρωτήρια και τα χτυπούσαν τρέχοντας εδώ κι εκεί και κάνοντας διαβολεμένο θόρυβο. Έτσι! Νταγκ – ντουγκ, τα αυτιά σου πονούσαν! Ο Νοτιάς ο ατρόμητος, δεν ξέρω αν τρόμαζε ή αν απλά θύμωνε ή ενοχλούνταν. Άκουγε το θόρυβο το μεγάλο, έβλεπε τους ανθρώπους αποφασισμένους και λιονταρόκαρδους και σιγά – σιγά σταματούσε να φυσάει. Όμως οι άνθρωποι τα έχουν ξεχάσει αυτά τα ξόρκια. Έχουν ξεχάσει πως όταν συνεργαστούν όλοι μαζί και χτυπούν όλοι μαζί τους τενεκέδες τους, μπορούν να νικήσουν τον Άρχοντα Νοτιά... Αχ, πολλά έχουν ξεχάσει από τη μαγεία οι άνθρωποι. Έχουν λησμονήσει τη μεγάλη δύναμη που έχουν όταν όλοι μαζί ενώνονται για ένα σκοπό.

Και τώρα, Αυλητή, πάμε στο πιο σημαντικό σημείο της ιστορίας μας. Στα στοιχειωμένα κονσερβοκούτια. Την εποχή που οι άνθρωποι πολεμούσαν το Νοτιά με θάρρος, ζούσε ένας μάγος σε μια γειτονιά που έβλεπε από ψηλά το λιμάνι της πολιτείας. Το μάγο αυτόν τον έλεγαν Ντίλλη. Ο Ντίλλης ήταν μυημένος καλά στα μυστήρια της Φύσης. Μπορούσε να δαμάζει τα στοιχειά, να μιλάει με τους νεκρούς, να έχει φίλους του τα ζώα και τα ψάρια. Έζησε μια ήσυχη ζωή δίχως να πειράζει κανέναν, αντίθετα, δίνοντας συμβουλή και βοήθεια σε όποιον είχε ανάγκη. Ο Ντίλλης ήθελε πριν πεθάνει, να βρει ένα μαθητή έτσι ώστε να μπορέσει να του μάθει τα όσα ήξερε και ώστε να μη χαθεί τόση πολύτιμη γνώση μαζί του. Όμως δυστυχώς, ο Ντίλλης ήταν απαιτητικός δάσκαλος και κανένας μαθητής δεν είχε την αντοχή να μείνει μαζί του για πολύ καιρό. Ο γερο-μάγος, λοιπόν, αποφάσισε να ωφελήσει τους ανθρώπους με άλλον τρόπο. Σκέφτηκε να φτιάξει μεγάλα και πολύπλοκα ξόρκια, που θα προστάτευαν το νησί πολλούς αιώνες μετά το θάνατό του. Ένα από αυτά τα ξόρκια που άφησε πίσω του και που ακόμα λειτουργούν, είναι τα Στοιχειωμένα Κονσερβοκούτια. Πρόσεξε πώς λειτουργεί!

Ο γέρος μάγος και προφήτης είχε καταλάβει πως θα έρθουν εποχές σαν τη δική μας. Εποχές οπόταν οι άνθρωποι δε θα συνεργάζονται μεταξύ τους ούτε για τα πιο απλά πράγματα. Θα έρχεται ο Άρχοντας Νοτιάς, ο τρομερός άνεμος, και κανείς δε θα βγαίνει να τον αντιμετωπίσει. Κάτι έπρεπε να κάνει. Ο Ντίλλης κατέβασε από τα πιο σκονισμένα ράφια τα πιο ξεχασμένα βιβλία, ταξίδεψε νύχτα στις πιο απρόσιτες βουνοκορφές και στα βαθύτερα υπόγεια για να βρει σπάνια υλικά, και ξεκίνησε τη δουλειά».

 

«Σπάνια υλικά;», ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Αυλητής.

«Ναι... Σταυρολούλουδο της χρονιάς του σεισμού, βουλοκέρι θανατερής επιστολής, σάβανο σμερδακιού, τέτοια πράγματα!

         

Δυο χρόνια έκανε να βγει από το σπίτι του, μα τελικά τα κατάφερε. Έφτιαξε έναν τρομερό στρατό, που στους αιώνες που θα έρθουν, θα στέκεται με θάρρος απέναντι στον Άρχοντα Νοτιά κάθε φορά που θα έρχεται στην πολιτεία.

          Και ο τρομερός αυτός στρατός είναι τα Στοιχειωμένα Κονσερβοκούτια!


          Όταν φυσάει πλέον ο Νοτιάς και οι άνθρωποι -τα κουταβάκια- κλείνονται στα σπίτια τους, ο στρατός του Ντίλλη ξυπνάει. Κονσερβοκούτια ξεθάβονται από το χώμα, πετάγονται από τους κάδους, τρέχουν κοπάδια ολόκληρα από το χωματερές κάνοντας απίστευτο θόρυβο. Από κάθε στενό, σοκάκι και καλντερίμι, πιλαλούν και μαζεύονται στην κεντρική πλατεία. Από εκεί, όλα μαζί, σαν ένα κύμα από αλουμίνιο και τρελό θόρυβο, κινούν κατά το λιμάνι και τη θάλασσα. Κουδουνίζουν και τραμπαλίζουν και αντηχούν καμπανιστά όλα μαζί, σα σμήνος πουλιών και σαν κοπάδι αγελάδων. Ναι... κάπως έτσι, φαντάσου τώρα χιλιάδες κονσερβοκούτια, τι σαματάς! Και όταν φτάνουν στη θάλασσα, σταματούν απότομα και έπειτα ορθώνονται, τείχος σωστό, απέναντι στο Νοτιά! Γουσσσσς!

          Ευλογημένα ας είναι τα κοκκαλάκια του γερο-μάγου Ντίλλη!
Αν ακούσεις, λοιπόν, το βράδυ που φυσά ο αέρας κονσερβοκούτι να κυλάει στο δρόμο, δεν πάει σε χορό ή σε διακοπές. Τρέχει το καημένο να πάει σε πόλεμο, τρέχει να φτάσει στους φίλους του, τρέχει να προλάβει το στρατό των Στοιχειωμένων Κονσερβοκουτιών! Αν θες κι εσύ, πιάσε ένα κατσαρολικό και βγες να πολεμήσεις το Νοτιά. Αν όχι, μην ανησυχείς. Τα θρυλικά κονσερβοκούτια έχουν όλο το θάρρος που από εσένα, φοβιτσιάρη, καλοντυμένε σύντροφε, κατά πώς βλέπω, λείπει εντελώς! Αναθάρρησε! Η μαγεία δεν καταδέχεται τους δειλούς!»