Ο Αχόρταγος

Ο Αχόρταγος

Τότε ο Αυλητής παραχώρησε τη θέση του στον Παππουλάνθρωπο και σηκώθηκε ψηλός και ευθύς να συνεχίσει τα παράξενα ακούσματα εκείνης της νύχτας.

«Διόλου δεν ένιωσα φόβο ψυχής, Παππουλάνθρωπε. Αν για λίγο είδες στο πρόσωπό μου υποψίες φόβου, λάθος είδες και λάθος μάντεψες. Απόδειξη της αξίας μου και συνεισφορά μου στο ξόρκι μας, η παρακάτω ιστορία, που μόνο πολύπειρα χείλη λένε, γενναία καρδιά αντέχει και κοφτερός νους αντιλαμβάνεται…

 

»Κάποτε ζούσε ένας ζάμπλουτος χωρικός που είχε πολλή γη και κάμποσους δουλευτάδες για να την καλλιεργούν. Τόσο μεγάλη ήταν η περιουσία του, που με τον καιρό είχε καλομάθει κι έτσι έτρωγε διπλές και τρίδιπλες μερίδες, χωρίς ποτέ του να χορταίνει. Γι’ αυτό, όλοι τον φώναζαν Αχόρταγο και έτσι θα τον λέμε κι εμείς σ’ αυτό το παραμύθι.

Ο Αχόρταγος που λες, αγαπητέ μου Παππουλάνθρωπε, είχε απλώσει τις μάντρες του και τα σπιτάκια του σε όλο τον τόπο, σε βαθμό που θα ’λεγες ότι όλος ο τόπος τού ανήκε (πράγμα το οποίο δεν απείχε και πολύ απ’ την αλήθεια!).

“Δεν έχουν μείνει και πολλά ακόμη για ν’ αγοράσω”, σκεφτόταν μια μέρα, ανάμεσα στο τέταρτο και το πέμπτο γεύμα του. “Θ’ αρχίσω, λοιπόν, ν’ αγοράζω τους γιαλούς και τα νερά. Θ’ αγοράσω ακόμα και τα βράχια, που πάνω τους δε φυτρώνει τίποτα, αλλά τουλάχιστον θα είναι δικά μου”.

΄Όπως καταλαβαίνεις, δεν ήταν πολύ καλός άνθρωπος ο Αχόρταγος. Η πραγματικότητα ήταν πως πολλοί δεινοπαθούσαν και ήταν φτωχοί εξ αιτίας της αχορταγιάς του.

Μια μέρα, λοιπόν, ο Αχόρταγος μάζεψε πετράδες και χτιστάδες, πήγανε παρέα σ’ έναν πλατύ γιαλό και τους είπε:

“Ακούστε καλά. Τούτο το μέρος τ’ αγόρασα πριν δυο μέρες από έναν μπάρμπα, κοντοχωριανό. Δίκαια πράγματα, του έδωσα ό,τι μού ζήτησε, μα κείνος δεν πρόλαβε να τα χαρεί… απόθανε χθες ο καημένος. Για φαντάσου! ΄Όπως και να ’χει όμως, τούτο το βραχοτόπι είναι και θα είναι δικό μου. Για τούτο σάς έφερα εδώ. Θα μου φτιάξετε μια μεγάλη, ψηλή ξερολιθιά γύρω – γύρω απ’ το γιαλό και πάνω, προς το λόφο. Μετά, μόλις τελειώσετε, θα μου κάνετε δύο μαντρότοιχους που θα κλείνουν και όλη τη θάλασσα στον κόλπο! Κι αυτή είναι δικιά μου, αφού δικός μου είναι και ο γιαλός”.

“Μα να κλείσεις τη θάλασσα; Κρίμας να το κάνεις! Τα ζούδια, τα ψαράκια, πώς θα πηγαινοέρχονται;”, απάντησε σκεφτικός ο αρχιμάστορας, που δεν του άρεσαν καθόλου όλ’ αυτά.

“Βρε, δουλειά δε σου δίνω; Λεφτά δεν ξοδεύω; Πληρώνω, δεν πληρώνω; Κάνε ό,τι σου λέω και ξέρω γω.”

“Μα αφεντικό, πολύ τσιμέντο. Πολύ υλικό...”

“Βρε, κρίση έχουμε, παράδες δε θέλετε; Παράδες σας δίνω! Πληρώνω, δεν πληρώνω;”

Ο μάστορας τι να πει ο φουκαράς;

______

Τι αποτέλεσμα είχαν τα έργα του Αχόρταγου; Μπορείτε να ακούσετε τη συνέχεια ή να τη διαβάσετε στο βιβλίο.