Χρουτς… (Η εισαγωγή)

Χρουτς…

 Με αυτόν τον απαλό ήχο ξεκινάει όλο ετούτο. Έτσι ακριβώς, χρουτς, ακούγεται η καρίνα μιας μικρής βάρκας που μόλις χώθηκε στην άμμο.

Τρία άτομα ήταν εκεί μέσα. Κοιμόντουσαν του καλού καιρού. Ένας νεαρούλης ντυμένος στα μαύρα, που ήταν γνωστός απλά ως «το Παιδί». Ο δεύτερος, δύσκολο να πει κανείς, μικρός μα και μεγάλος, όπως το ήθελε και τον συνέφερε. Ο ξακουστός μάγος Αυλητής. Λυγερόκορμος, με βασιλικά ρούχα, κοφτερό σπαθί και καπέλο με φτερό, ένα φτερό που ανέβαινε και κατέβαινε απαλά με το ρυθμό της κοιμισμένης του αναπνοής. Και τέλος, ο κοντόχοντρος γερο-ζητιάνος Παππουλάνθρωπος, με πλεγμένα γένια και μούσια, λερωμένα ρούχα και μαύρα γυαλιά. Φορούσε ένα πουκάμισο με χίλιους πεντακόσιους διαφορετικούς λεκέδες και κρατούσε ένα ραβδί που το χρησιμοποιούσε στο ταξίδι για κουπί. Ετούτος ροχάλιζε σα συναχωμένος ασβός και είχε ξαπλανταρώσει τις ποδάρες του πάνω στην καθαρή μπέρτα του Αυλητή.

         Χρουτς… χρουτς… χρουτς… Το κυματάκι ανασήκωνε το μικρό πλεούμενο και το άφηνε πάλι απαλά να τριφτεί στην άμμο. Μια γαϊδουρόμυγα εκεί κοντά, βζζζζ, μπαμπούρισε μέχρι τη βάρκα. Κάτι μυρίζει βρομερότατα εδώ μέσα, σκέφτηκε και προσγειώθηκε ακριβώς πάνω στη μύτη του Παππουλάνθρωπου.

         «Σκόρδα και λαγάνες!», oύρλιαξε εκείνος και πετάχτηκε απότομα από τον ύπνο πατώντας τον Αυλητή στον αστράγαλο. Ο Αυλητής πετάχτηκε όρθιος, ξεθηκαρώνοντας μεμιάς το σπαθί του!

         «Τι έγινε;», είπε.

         «Τι να γίνει; Χμ… μάλλον φτάσαμε», είπε ο Παππουλάνθρωπος κοιτώντας τριγύρω την ερημιά.

         «Ναι, φτάσαμε…», συμφώνησε ο Αυλητής. «Ήμουν έτοιμος να τα βάλω με μια λεγεώνα απέθαντων», καυχήθηκε.

         «Ίσως σύντομα να χρειαστεί, καλέ μου… Δε μου αρέσει αυτό το μέρος», αποκρίθηκε ο Παππουλάνθρωπος πηδώντας στην παραλία. Ο Αυλητής σκούντησε ελαφρά το Παιδί, ξυπνώντας το.

         «Σήκω, φτάσαμε, αλλά δεν ξέρουμε που...»

Το Παιδί άνοιξε τα μάτια του. Η άμμος και πίσω από αυτήν, ένα ψηλό φυτικό τείχος. Ένα δάσος που σε ορισμένα σημεία, λίγο έλειπε και τα δέντρα του θα άγγιζαν το νερό. Ένα δάσος διόλου λαμπερό, αλλά σιωπηλό, περίεργο. Τα δέντρα του σα μπαμπόγεροι προφήτες χαιρέκακοι και κουτσομπόληδες, έγερναν τα σάπια κλαδιά και τους ροζιασμένους κορμούς τους προς τη νεοφερμένη βαρκούλα.

«Μερικές φορές δε διαλέγεις εσύ τον τόπο, αλλά ο τόπος εσένα», ξεφώνισε ο Παππουλάνθρωπος, λες και ήθελε να αψηφήσει τη σιωπή που απλωνόταν τριγύρω. «Λέω να ακολουθήσουμε αυτήν τη νέα περιπέτεια και να μπούμε στο δάσος για εξερεύνηση. Σίγουρα θα υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εκεί μέσα».

«Και εγώ πάλι, λέω, με όλον το σεβασμό στα χρόνια σου, ας πάρουμε τη βάρκα μας και να φύγουμε από εδώ», διαφώνησε ο Αυλητής.

«Μα, δεν το βλέπεις, πως μπροστά μας ξανοίγεται μια νέα περιπέτεια; Το πεπρωμένο μας καλεί εκεί μέσα από το δάσος!»

«Εγώ πάλι, ακούω τη μοίρα μας να καλεί μέσα από τη θάλασσα. Να γυρίσουμε πίσω!»

Το Παιδί ήξερε καλά τι επρόκειτο να συμβεί. Ο Παππουλάνθρωπος έβγαλε από το ταγάρι του τα προφητικά κοκκαλάκια, τα έριξε στον αέρα και μελέτησε τον τρόπο που προσγειώθηκαν. Έπειτα άνοιξε με τη χούφτα του μια τρύπα, βαθιά στην άμμο, ώσπου από μέσα της γαργάρισε θαλασσινό νερό. Ψιθύρισε πάνω απ’ την τρύπα ξόρκια και έχωσε το αυτί του μέσα για να ακούσει. Έπειτα έτρεξε σε ένα δέντρο, πήρε αγκαλιά τον κορμό του κάμποση ώρα, κοπάνησε με δύναμη το κεφάλι του σε ένα κλαδί, ξάπλωσε ανάσκελα για λίγο, έπειτα πετάχτηκε ξανά όρθιος.         «Συμβουλεύτηκα τις μαγικές μου τέχνες», είπε περήφανα. «Και σου λέω, Αυλητή, πως ο σωστός δρόμος είναι από εκεί! Πρέπει να περάσουμε μέσα από το δάσος».

Τότε ο Αυλητής βολεύτηκε κατάχαμα και με ένα ξυλαράκι σχεδίασε πάνω στην άμμο τις αστρογητειές του, περίπλοκους χάρτες του ουρανού και παράξενα γράμματα των αρχαίων καιρών. Έβγαλε το φλάουτό του και αφού κάρφωσε όρθιο το σπαθί στα αριστερά του, άρχισε να παίζει ένα σιγανό σκοπό και να κοιτάει τα σημάδια. Έπειτα σηκώθηκε, έπλυνε το πρόσωπό του με νερό από σαράντα κύματα, πήρε μερικά φύκια και τα σκόρπισε στον αέρα παρατηρώντας τα με προσοχή.

«Εμένα πάλι, οι δικές μου τέχνες το ξεκαθαρίζουν. Πρέπει να πάμε από τη θάλασσα. Η ευγένειά σου ας με συγχωρήσει».

«Οι δικές μου τέχνες είναι πιο πρακτικές και σίγουρες!», έσκουξε ο Παππουλάνθρωπος.

«Δεν αμφιβάλλω. Οι δικές μου, όμως, είναι πιο επιστημονικές!», τσίριξε κι ο Αυλητής.

 

 

Και η νύχτα, είπα εγώ, είπες εσύ, έπεσε και δεν αποφάσιζαν προς τα πού θα πάνε. Έτσι ήταν πάντα αυτοί οι δυο. Το Παιδί το ήξερε καλά. Γι’ αυτό όσο οι δυο τους τσακώνονταν, εκείνο μάζεψε ξύλα, άναψε φωτιά και έβαλε ένα κατσαρολάκι να βράζει με μοσχομυρισμένο ειρηνοβότανο που βρήκε εκεί κοντά. Όταν το σκοτάδι έπεσε για τα καλά, ο Αυλητής και ο Παππουλάνθρωπος ήρθαν κοντά στη φωτιά θυμωμένοι ο ένας με τον άλλο. Για ώρα δε μιλούσαν. Ευτυχώς το Παιδί είχε φτιάξει εκείνο το μαντζούνι, ζεστό και καλοδεχτικό, έδιωχνε την έγνοια της νύχτας που ερχόταν. Σε κάποια στιγμή, καθώς ρουφούσαν απολαυστικά από τις μπακίρες τους, το Παιδί γέλασε και έγνεψε στους δυο να του δώσουν σημασία. Σήκωσε έπειτα το χέρι του και ανοιγόκλεισε την παλάμη του.

«Τι εννοείς;», ρώτησε ο Αυλητής το Παιδί. «Γιατί κάνεις έτσι τα δάχτυλά σου; Είναι σα να παριστάνεις μια πάπια που ανοιγοκλείνει το ράμφος της».

«Πάπια; Μα ποια πάπια, αγαπητέ;», πετάχτηκε ο Παππουλάνθρωπος «Αυτό, στη δίχως λέξεις γλώσσα του Παιδιού, σημαίνει “αφηγούμαι”».

Το Παιδί έγνεψε με το κεφάλι καταφατικά. Έπειτα έδειξε πρώτα τον Αυλητή και μετά τον Παππουλάνθρωπο. Και αμέσως με τη σειρά έδειξε το δάσος και τη θάλασσα. Ο Αυλητής και ο Παππουλάνθρωπος κοιτάχτηκαν με νόημα. Είχαν καταλάβει επιτέλους.

         «Το Παιδί μάς προτείνει για άλλη μια φορά την Τρίτη Οδό!», αναφώνησε ο γερο-παραμυθάς.

         «Μας καλεί, λοιπόν, σε μια πολύπλοκη γητειά, την οποία μαζί πρέπει να κάνουμε, πολύγνωμε Παππουλάνθρωπε!», είπε ο Αυλητής.

         «Μάλιστα. Θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας, συνοδοιπόρε Αυλητή, και θα σκαρώσουμε εδώ, αυτήν τη νύχτα, σε ετούτη την ουδέτερη λωρίδα γης ανάμεσα στην πλατιά θάλασσα και το θλιβερό δάσος, μια μαγεία τρανή και σπουδαία. Θα την μπλέξουμε μαζί σαν ένας και ένας σαν μαζί!»

         «Και ποια είναι η βασιλική οδός, η μεγαλύτερη μαγγανεία, η τέχνη μας η κρυφή και το καμάρι μας; Τι είναι αυτό που θα ξεκαθαρίσει ποιο μονοπάτι πρέπει να πάρουμε;», ρώτησε ο Αυλητής.

         «Οι λέξεις που βγαίνουν από το στόμα μας, που φτιάχνουν κόσμους στο μυαλό μας και τελικά φωτίζουν την καρδιά μας. Εμπρός, ξεκινάω αμέσως, γλυκόλαλε Αυλητή…»

         Και με αυτά, ο Παππουλάνθρωπος σηκώθηκε όρθιος και χάραξε γύρω από όλους έναν κύκλο μαγικής προστασίας. Έπειτα μπήκε μέσα στον κύκλο και ακούμπησε στο ραβδί του. Κοίταξε πίσω από τα μαύρα του γυαλιά το σκοτεινό δάσος, αφουγκράστηκε τα δέντρα ν’ αναριγούν στον άνεμο. Έπειτα έφερε το βλέμμα στη μαυροσύννεφη θάλασσα και στύλωσε την προσοχή του στο ρόχθο των υπόγειων ρευμάτων της. Τέλος, ορθώνοντας το βλέμμα στα λαμπερά άστρα του ουρανού, άρχισε να μιλάει...