Εισαγωγή!

Αγαπητοί μου,

 

     Κανείς δεν μπορεί να πει αν ήταν πρωί ή βράδυ, μεσημέρι ή μεσάνυχτα. Καμιά σίγουρη λέξη δεν έχει ακουστεί για το πότε. Ούτε και για το που ακριβώς έγινε η περίφημη συνάντηση του μάγου Αυλητής με τον αινιγματικό Παπουλάνθρωπο. Ήταν στον τελευταίο όροφο ενός ψηλού μιναρέ στο Κάστρο; Ήταν βαθιά στα υπόγεια, στα υγρά μπουντρούμια εκεί που για να φτάσει κανείς πρέπει να κατεβεί γλυστερές σκάλες και στενά περάσματα με το αδύναμο φως ενός δαδιού;

     Η μήπως δεν ήταν ποτέ και πουθενά; Αυτό αποκλείεται! Αφού έγινε! Τις έχουμε όλες τις ιστορίες που είπαν οι δυο ετούτοι παράξενοι τύποι… Εκτός κι αν υπάρχει τρόπος κάτι να είναι και να μην είναι ταυτόχρονα, να έχει γίνει αλλά και να μην έγινε αλλά και όταν έγινε να μην έχει γίνει και όταν δεν είναι να είναι…

     Μπερδευτήκατε, είμαι σίγουρος. Για να πάρουμε τα πράγματα όπως πρέπει να λέγονται, ας πούμε από την αρχή αυτά που σχεδόν ξέρουμε αφήνοντας στην άκρη αυτά που ολότελα αγνοούμε…

     Ο Αυλητής (Αυλητής Αιθάλειος ντι Ντέλικανς, ολόκληρο το όνομά του) λέει ιστορίες. Αυτό είναι το επάγγελμά του. Τι να κάνουμε, τουλάχιστον δεν είναι τεμπέλης. Γυρνάει από δω και από εκεί και λέει ιστορίες, σπέρνει φήμες, μαζεύει κουτσομπολιά τα ανακατεύει όλα και πίνει τους χυμούς τους και δίνει και σε εμάς αυτά που του περισσεύουν. Νεότατος, ντελικανής και επιδέξιος στη μουσική και στο τραγούδι. Πατρίδα του Αυλητής λέγεται πως είναι το νησί της Λήμνου, το γεμάτο ανέμους.

     Ο Παππουλάνθρωπος τώρα…Δεν είναι και πολύ διαφορετικός από τον συνάδελφό του, τον Αυλητή παρά μόνο στην ηλικία μεγαλύτερος. Φοράει γυαλιά ηλίου, το πρόσωπό του είναι όλο γένια και μούσια. Κρατάει ένα ραβδί δυο φορές σαν το μπόι του, σέρνει τα λερωμένα του ρούχα και πηγαίνει στις αυλές των σπιτιών ζητιανεύοντας ένα πιάτο φαγητό. Για αντάλλαγμα λέει ιστορίες άλλοτε όμορφες, άλλοτε άσχημες, άλλοτε χαρούμενες και άλλοτε λυπητερές. Κανείς δεν λέει όχι για μια ιστορία από τον Παππουλάνθρωπο. Λένε πως ο Παππουλάνθρωπος είναι τυφλός, λένε πως δεν είναι πατρίδα του η Λέσβος, η γεμάτη ήχους, πως έρχεται από νοτιότερα εκεί όπου η θάλασσα βγάζει στόματα και μιλάει…

 

     Είναι αλήθεια πως ο Αυλητής έψαχνε καιρό τώρα τον Παππουλάνθρωπο και ο Παππουλάνθρωπος τον Αυλητή μόνο που δεν το ήξερε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Μην απορείτε, πολλά πράγματα τα θέλουμε χωρίς να το ξέρουμε. Και πράγματι μια μέρα σε ένα σπίτι που δεν ήταν ούτε στη Λέσβο, ούτε στη Λήμνο αλλά στον Αη-Στράτη (στο ενδιάμεσο σαν να λέμε), την ώρα που ο Αυλητής τραγουδούσε μια μπαλάντα, το βαρύ ραβδί του Παππουλάνθρωπου χτύπησε τη εξώπορτα. Οι ιδιοκτήτες του σπιτού φοβήθηκαν πολύ βλέποντας τους δυο παραμυθάδες στο ίδιο μέρος. Δεν είχε ξανατύχει κάτι τέτοιο.

     Ο Αυλητής αντικρίζοντας τον Παππουλάνθρωπο σταμάτησε το τραγούδι. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση ανεμίζοντας το φτερωτό του καπέλο και ο Παππουλάνθρωπος αντιχαιρέτισε σηκώνοντας ελαφρά το ραβδί του. Δίχως να πουν λέξη μπροστά στους άλλους, βγήκαν και οι δυο από το σπίτι και χάθηκαν συζητώντας χαμηλόφωνα.

     Τους είδαν στο λιμάνι να παίρνουν μια βάρκα και να μακραίνουν στο πέλαγος βυθισμένοι στην κουβέντα τους και δίχως να δίνουν σημασία σε τίποτα άλλο.

     Ένας ψαράς μόνο κατάφερε να κρυφακούσει κάποιες λέξεις από αυτά που έλεγαν. Κάτι για μια συνάντηση που πρέπει να γίνει για να γραφτούν οι ιστορίες έτσι ώστε να μην τις ξεχάσουν ποτέ οι άνθρωποι.

     Μέχρι εκεί γνωρίζουμε. Η συνάντηση έγινε, οι ιστορίες μετατράπηκαν σε κείμενα, γράφτηκαν πάνω σε φωτεινές οθόνες και ταξίδεψαν μέσα σε μπερδεμένα καλώδια. Όσες από αυτές έφτασαν σε εμένα (υπάρχουν κι άλλες που τις έχουν άλλοι) τις τύπωσα σε χαρτί, έβαλα αντάξια ζωγράφο να τις ιστορίσει και σας τις δίνω όπως ακούστηκαν. Με μυστήριους τρόπους δούλεψαν ο Αυλητής και ο Παππουλάνθρωπος για να φτάσουν οι ιστορίες τους μέχρι τα δικά σας αυτιά!

     Σας είπα ο,τι ήξερα. Είμαι σίγουρος πως δε θέλετε να ακούσετε τα όσα δε ξέρω.

     Μικροί αν είστε μα και μεγάλοι από αυτούς που λένε πως είναι ακόμα μικροί αλλά και από αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους πολύ μεγάλο και πολύ σοβαρό για να διαβάζει παραμύθια, όλοι σας, σταθείτε και ακούστε τι είπαν οι δυο παραμυθάδες, κάπου, κάπως, κάποτε, δίχως να ρωτάτε περισσότερα πράγματα από αυτά που απαιτεί η καρδιά σας να μάθει.